Wednesday, February 01, 2012

Εσύ

Σου έχω πει ότι όταν πίνεις δεν θα γράφεις, όταν πίνεις και ακούς μουσική ούτε καν θα σκέφτεσαι να γράψεις, αλλά εσύ εκεί, μια έμμονη ιδέα κολλημένη σαν τον ιντιάνα τζόουνς που κρατιέται από το χείλος του πηγαδιού και πασχίζει να βγει στην επιφάνεια έτσι κι εσύ, θέλεις να βγεις έξω, θέλεις να δεις τον ουρανό, θέλεις το πρόσωπο σου να κρυώσει από τον παγωμένο βοριά και τα μάτια σου να δακρύσουν καθώς τα δέντρα και οι κάδοι των σκουπιδιών περνάνε πλάι σου, διαδέχονται παρκαρισμένα αυτοκίνητα και ανθρώπους που περιμένουν κουρασμένοι στις στάσεις των λεωφορείων και περίπτερα, σκέψεις μεταλλαγμένες από την παραμονή στην αφάνεια και σκέψεις παλιές, που ξανάρχονται τώρα, και θέλουν πάλι πάλι να σου μιλήσουν, θέλουν να σου μιλήσουν εσένα, εσένα που η φαντασία μου σε πήγε μέχρι το φεγγάρι αλλά η πραγματικότητα δε σε μετακίνησε παρά μια-δύο στάσεις του μετρό, εσένα που είμαστε συγκάτοικοι στο δυάρι που είναι το κεφάλι μου, εγώ όντως εδώ και εσύ κάπου εκεί μέσα, πανταχού παρούσα, εκεί στα ψώνια του σούπερ μάρκετ, και εκεί σε κάθε απόφαση, στις νυχτερινές βόλτες και στα νυχτερινά παραπάνω ποτά, σε κάθε τραγούδι και σε κάθε ματιά, σε κάθε χτύπημα του κινητού και σε κάθε ειδοποίηση μηνύματος, μαζί με τον πατέρα μου λέει, στο παλιό του ford escort να έρχεστε να με δείτε, αυτός να σου αφηγείται ιστορίες από τα μικράτα μου και εσύ να αναρωτιέσαι τι στο καλό ακριβώς κάνεις, τα χιλιόμετρα να μεταφράζονται στο χρόνο που απομένει, τα ονόματα που τώρα σημαίνουν κάτι αλλά σύντομα θα βυθιστούν στη λήθη, λέξεις πράγματα ονόματα τοποθεσίες και αντικείμενα, σαν μια τσαλακωμένη εφημερίδα ανάμεσα μας στον καναπέ, θέλεις να φύγουν όλα, όλα, όλα και να μείνει μόνο το γκρι πράσινο πουλόβερ σου που αγγίζει τα γυμνά πλευρά μου, η μύτη σου σαν παιδικό παιχνίδι γαργαλάει και φέρνει βόλτες στο πρόσωπο μου, τα χέρια μου συναντώνται πίσω στα πλευρά σου, τα μαλλιά σου μυρίζουν όλη τη μέρα που πέρασε, τα τσιγάρα σου στον ακάλυπτο και η χθεσινοβραδυνή φροντίδα με την κρέμα κομμωτηρίου και το θόρυβο του σεσσουάρ που πάντα κάποιος διαμαρτύρεται, το άρωμα σου, το άγχος της δουλειάς, το πιάσιμο του αυχένα στις δύσκολες στιγμές των συναντήσεων, η οσμή που παράγεται όταν τρίβεις τα χέρια σου αβέβαιη για το μέλλον, σε αυτά τα μαλλιά βυθίζομαι, κλείνω τα μάτια μου σα να μπω όλος μέσα στην ύπαρξη σου, σε αγγίζω από χιλιόμετρα μακρυά, σε ακούω, σε αισθάνομαι, τη ζέστα σου και τις κοφτές σου αναπνοές, το θρόισμα των ματιών σου και τα ντροπαλά αλλά λαίμαργα χέρια σου, τη σειρά που φόρεσες τα ρούχα σου και το αχνό τρίχωμα που με προσκαλεί σε κάθε γωνιά του κορμιού σου, η Τοσκάνη και το Αυγουστιάτικο φεγγάρι, πότε…πότε…ποτέ??

Friday, September 16, 2011

Κατά βάθος...

... είναι πολύ λυπηρό. Εγώ στη γωνιά μου και εσύ στη δική σου, και στη μέση τίποτα. Μένει μόνο το όνειρο, η υγρή μεταμεσονύκτια επιθυμία, η ανάσα που δε μπόρεσε να βγει, το χέρι που δεν πρόλαβες να πιάσεις.

Και ξανά και ξανά, η ζωή προχωράει αλλά η υπόσχεση της αγάπης για άλλη μια φορά έμεινε νηστική και απαρηγόρητη, βλέπει κατεβασμένες ταινίες με ανορθόγραφους υπότιτλους και πηγαίνει μετά μανίας στο γυμναστήριο

Friday, May 07, 2010

Θέλω

να κάτσω σπίτι μου. Και να μη χρειάζεται να τρέχω αριστερά και δεξιά. Υποτίθεται ότι αυτή τη φορά χώρισες για να συγκεντρωθείς σε αυτά που πρέπει να κάνεις, οπότε κάτσε σπίτι και κάνε τα. Μην ξαναγυρνάς, μην ξανασκέφτεσαι, μην ξαναμετανοιώνεις. Κοίτα μπροστά και έλπιζε σε ένα καλύτερο, πιό καθαρό μέλλον

Tuesday, January 15, 2008

Teardrop

Μακάρι να μπορούσα να το πώ λυρικότερα, αλλά συνέβη σήμερα το εξής:
Επιτέλους βγήκα στην Αττική Οδό, ο δρόμος σχετικά ελεύθερος. Έβαλα και λίγο νερό στο παρμπρίζ από τους καθαριστήρες, και αυτοί άρχισαν να γυρίζουν αυτόματα. Ταυτόχρονα πίεσα και ένα πλήκτρο στο ραδιο σιντί και άρχισε να παίζει ένα τραγούδι... Ο Τζόνυ Κάς άρχισε να λέει μια ιστορία του, και μια ελάχιστη ροή νερού γλύστρισε από το παρμπρίζ στο τζάμι του οδηγού, σαν το αυτοκίνητο να δάκρυσε

Friday, September 01, 2006

To Just Like Heaven

ήταν το πρώτο τραγούδι που άκουσα για σένα. Ήταν πρώτη Σεπτέμβρη, μετά από ένα καλοκαίρι που δεν έκανα, ένα απόγευμα από μια μέρα που δεν έζησα παρά μόνο κοντά σου, για κάτι παραπάνω από μία ώρα. Δεν το κατάλαβα ότι το άκουγα για σένα παρά μόνο το πρώτο δευτερόλεπτο που άρχιζε να παίζει. Στο αφιερώνω.
Ελπίζω να μη χρειαστεί ποτέ να σβήσω το κινητό σου από το τηλέφωνο μου, ελπίζω να συνεχίσω να ελπίζω. Ποτέ δεν είχα σκεφτεί να κόψω τα noodles με ένα μεγάλο κόκκινο ψαλίδι και να το κάνω με τρόπο τόσο φυσικό λες και ένα μεγάλο κόκκινο ψαλίδι πρέπει να συνοδεύει πάντα το μεσημεριάτικο τραπέζι μας. Δεν θυμάμαι ούτε μια λέξη από αυτές που μου είπες να θυμάμαι και μπορεί να μη σε δω ποτέ ξανά. Δεν ξέρω αν θα είναι κρίμα και ίσως είναι νωρίς που το προτείνω αλλά θα ήθελα να πάμε κάποια στιγμή στο Άμστερνταμ, να βρούμε ένα σπίτι στο δάσος και να περιθάλπουμε ζώα και τις ελεύθερες μέρες μας να καταπίνουμε αμανίτες. Αλλά προς το παρόν ελπίζω να γυρίσεις.

Wednesday, July 26, 2006

Μία μπαλλάντα, όπως βγει

Έμεινα μέσα σε ένα λευκό Audi από τα μέσα Ιουλίου μέχρι
Τέλη Αυγούστου.
Η ζέστη με αποδιοργάνωνε, σε σημείο που έπρεπε να με βάλουν και να με βγάλουν για να μπορέσω να αποδώσω.
Έπαιζα για κάποιο λόγο συνεχώς iron maiden, το πρώτο τραγούδι. Συνεχώς, μετά κατευθείαν στο 3ο τραγούδι που είναι μια unplugged εκτέλεση του dream on, και αυτό συνεχώς συνεχώς συνεχώς. Άλλοι θέλανε άλλα τραγούδια, άλλοι δεν θέλανε καθόλου, ακούγανε ραδιόφωνο (!)
Μετά κάποιος με πήρε μαζί του, και βρέθηκα σε μια Κορόλλα στην Αθήνα. Εκεί με είχανε στο πορτ παγκάζ. Δεν με πείραζε τόσο η ζέστη, έτσι κι αλλιώς είχε περάσει πια το καλοκαίρι, αλλά το ίδιο το πορτπ αγκάζ. Μακρυά από το δρόμο,
Μακρυά από το τιμόνι.
Μετά βρέθηκα σε μια κλειδωμένη αποθήκη, και ο χειμώνας πέρασε σχετικά γρήγορα, παρέα με όρθιες σερφοσανίδες και μια μουχλιασμένη ομπρέλλα για την παραλία, που μου έλεγε ιστορίες πως σε ένα νησί την είχε πάρει ο αέρας και είχε πέσει στη θάλασσα. Λευκός ήλιος, υπόλευκη άμμος, μεσημέρι ατελείωτο σαν αμανές, μελτέμια, 20άχρονα με μπύρες και 30άχρονα με συγκαλλημένα τσιγάρα στη γνωστή παραλία, και αυτή εκεί, να ξεβάφει με κάθε λεπτό που περνούσε.
Όταν ήρθε το καλοκαίρι είχα όλη την όρεξη του κόσμου να βγω πάλι στους δρόμους, αλλά δεν συνέβη. Έμεινα
Εκεί.
Το επόμενο καλοκαίρι ήταν πια αργά. Βγήκα έξω μεν, αλλά ήταν φανερό ότι δεν μπορούσα πια. Κάποιος με κράτησε στα χέρια του με κοίταξε από εδώ, με κοίταξε από εκεί....................................................
Και απλά με πέταξε.

Ω ναι, είναι η μπαλλάντα του αντιγραμμένου_σιντι_που_το_είχε_η_μοίρα_του_να_ξεμένει_σε_νοικιασμένα_αυτοκίνητα

Friday, July 21, 2006

The Jude Law Haiku

Φέρνω κάτι σε Jude Law
αλλά σε πολύ πιο παχουλό